Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

Το «αθάνατο κρασί του '21», Κέρας Αμαλθείας διδαγμάτων



γράφει ο Βασίλης Πανδής

Το 1821 η «Ἐλευθεριά» άκουσε επιτέλους εκείνο το πολυπόθητο «ἔλα πάλι» που «ἀκαρτεροῦσε» [1]. Και δεν το άκουσε από ένα οποιοδήποτε στόμα, αλλά από τα στόματα όλων των υποδούλων Ελλήνων και μάλιστα ομοφώνως και ομοθύμως («Ὅλοι οἱ τόποι σου σ' ἐκράξαν/ χαιρετώντας σὲ θερμά,/ καὶ τὰ στόματα ἐφωνάξαν/ ὅσα αἰσθάνετο ἡ καρδιά»[2]).

Αυτοί, που τους «(ἔ)σκιαζε ἡ φοβέρα» και τους «πλάκωνε ἡ σκλαβιά» [3], πραγματοποίησαν την ευχή του Ρήγα και ήλθαν «μ΄ ἕναν ζῆλον, σὲ τοῦτον τὸν καιρόν» για να κάμουνε «τὸν ὅρκον, ἐπάνω στὸν Σταυρόν» [4], σήκωσαν το κεφάλι, άρπαξαν τα άρματα και με πρωτοφανή ανδρεία αντιμετώπισαν τους -κατά πολύ- αριθμητικά υπερτερούντες δυνάστες τους.
Οι αριθμοί, όμως, δεν τους πτόησαν ουδόλως. Κατά το Γέρο του Μοριά:
«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.»


Αγωνίστηκαν σκληρά και εκ του μηδενός, εκ της «καμμένης γης» που δημιούργησε η οθωμανική τυραννία, κατάφεραν «με της καρδιάς το πύρωμα» και «με το αίμα», να κάνουν τα αδύνατα δυνατά. Έδιωξαν το βραχνά του ζυγού δουλείας 400 χρόνων, γκρέμισαν τον οθωμανικό γίγαντα, έσπειραν την ελπίδα και άνοιξαν το δρόμο για την απελευθέρωση των υπολοίπων υποδούλων λαών και κατέπληξαν τη Δύση.
Αυτή η «κατάπληξη» κατόρθωσε να φέρει στην Ελλάδα το Βύρωνα, το Φαβιέρο, το Σανταρόζα και τον Αλμέιντα, όμως σίγουρα στην Ευρώπη δεν υπήρξαν όλοι θιασώτες της Ελληνικής Επαναστάσεως... Αν δεν ήταν, μάλιστα, ο μέγιστος Ιωάννης Καποδίστριας στο Συνέδριο του Λάιμπαχ το 1821 για να την υπερασπιστεί, πιθανότατα η «Ιερά Συμμαχία» θα είχε στείλει στρατεύματα να συνδράμουν τους Τούρκους και να καταπνίξουν άμεσα τον ξεσηκωμό του Ελληνικού Έθνους.
Παραστατικά περιέγραψε την κατάσταση αυτή ο Εθνικός Ποιητής:
Μοναχὴ τὸ δρόμο ἐπῆρες,ἐξανάλθες μοναχή·δὲν εἴν' εὔκολες οἱ θύρεςἐὰν ἡ χρεία τὲς κουρταλῇ.Ἄλλός σοῦ ἔκλαψε εἰς τὰ στήθια,ἀλλ' ἀνάσασι καμμιά·ἄλλος σου ἔταξε βοήθειακαὶ σὲ γέλασε φρικτά.Ἄλλοι, ὀϊμέ, στὴ συμφορά σουὀποῦ ἐχαίροντο πολύ,«σύρε νὰ 'βρῃς τὰ παιδιά σου,σύρε», ἔλεγαν οἱ σκληροί. [5]

Ενάντια, λοιπόν, σε όλα τα «προγνωστικά» που τους ήθελαν χαμένους από χέρι, εκείνοι οι τρεις χούφτες «τρελοί» Ρωμιοί, με μόνα εφόδια ελάχιστα γιαταγάνια και πιστόλες, τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό τους, τη βαθιά συναίσθηση της «του Χριστού της Πίστης της Αγίας» και τη μνημειώδη εφευρετικότητά τους (που ήδη μνημονευόταν από τα χρόνια του Ομήρου) κατάφεραν να επιφέρουν ένα γερό χτύπημα στη βδέλλα που τόσα χρόνια τους απομυζούσε.
«Ναί, ἀλλὰ τώρα ἀντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου μὲ ὁρμή,
ποὺ ἀκατάπαυστα γυρεύει
ἢ τὴ νίκη ἢ τὴ θανῆ.» [6]
[...]
«Δυστυχιά του, ὦ, δυστυχιά του,
ὀποιανοὺ θέλει βρεθεῖ
στὸ μαχαίρι σου ἀποκάτου
καὶ σ' ἐκεῖνο ἀντισταθεῖ.» [7]

Ήταν άνθρωποι αγράμματοι. Δεν είχαν φοιτήσει σε σχολές πολέμου των περισπουδάστων Ευρωπαίων. Ούτε καν ήξεραν να γράφουν οι πλείστοι εξ αυτών: ο Κολοκοτρώνης ίσα-ίσα ήξερε να διαβάζει και μόνον ένα γραπτό του υπάρχει και ο Μακρυγιάννης -που, κατά το Γιώργο Σεφέρη: «15 χρυσοποίκιλτες Ακαδημίες δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου» [8]- έμαθε γραφή και ανάγνωση σε ιδιαίτερα προχωρημένη ηλικία. Αναμφίβολα, λοιπόν, οι τρεις προαναφερθείσες αξίες απετέλεσαν τον καταλυτικό παράγοντα, που τελικά οδήγησε στη νίκη.

Κάπως έτσι εκείνοι οι αγράμματοι (αλλά προς Θεού, ποτέ αμόρφωτοι!) άνθρωποι κατάφεραν σε λίγα μόλις χρόνια να απελευθερώσουν σχεδόν τη Ρούμελη και το Μοριά. Ήταν ώρα, όμως, για να δράσει το βαθιά στην ελληνική ψυχοσύνθεση ριζωμένο ζιζάνιο της διχόνοιας [9]. Αυτοί τους οποίους ο Μακρυγιάννης αποκαλεί «ακαθαρσίες της Κωνσταντινούπολης και της Ευρώπης», που ήλθαν «δια τύχη και όχι λευτεριά», κυριαρχούν. Οι Ρουμελιώτες δεν διστάζουν διόλου να εισβάλλουν στο Μοριά κι ο Κολοκοτρώνης φυλακίζεται.
Πρέπει να παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό, ότι δεν ήταν τυχαίο το ότι ακριβώς εκείνη την εποχή που παρατηρείται κάμψη του φρονήματος των αγωνιστών [10], δημιουργούνται οι πρώτοι κομματικοί σχηματισμοί της νεώτερης ελληνικής ιστορίας... [11]
Φυσικά οι δυνάμεις της «Τουρκιάς» δεν αργούν να παλινορθωθούν. Ο Ιμπραήμ εισβάλλει και ό,τι κερδήθηκε με τόσο αίμα, κόπο και θυσίες κόντεψε πραγματικά να χαθεί. Μόνον την τελευταία στιγμή οι Έλληνες καταδέχτηκαν να βγάλουν τα παραμορφωτικά γυαλιά που τους είχαν φορέσει οι ξενόδουλοι πολιτικάντηδες της εποχής και να αντικρίσουν την πραγματικότητα. Έστω.

Σήμερα, σχεδόν δυο αιώνες μετά την κήρυξη της Επαναστάσεως κάποιοι σύγχρονοι Νέγρηδες, Κουντουριώτηδες, Κωλέτηδες και Μαυροκορδάτοι, ανήκοντες σε περίεργους κύκλους μητραλοιών εθνοαποδομητών και εθνομηδενιστών, σκαπανέων της πλήρους διαλύσεως και αποδιοργανώσεως των εθνικών και κοινωνικών δεσμών, (μεταχειριζόμενοι διάφορες πομφόλυγες) προσπαθούν να συσκοτίσουν τα γεγονότα. Και αυτό για να αποξενώσουν τους Έλληνες από την Ιστορία, την ταυτότητα και την κληρονομιά τους. Τι έχει γραφτεί και λεχθεί τα τελευταία χρόνια δεν λέγεται. Μέχρι και ότι η κήρυξη του Αγώνα δεν είχε εθνικά, αλλά ταξικά κίνητρα, ελέχθη!

Σε πείσμα, λοιπόν, των καιρών και των «μοντέρνων αναγνώσεων» της Ιστορίας, όλοι πρέπει να μελετούμε την ένδοξη Ιστορία μας σε βάθος και να βγάζουμε, έτσι, πολύτιμα συμπεράσματα για το ποιοι είμαστε εμείς σήμερα· από που ερχόμαστε και που πηγαίνουμε. Διότι τόσο το '21, όσο και ολόκληρη η ελληνική Ιστορία αποτελούν ένα Κέρας της Αμαλθείας, που προσφέρει διαρκώς χρήσιμα διδάγματα για κάθε περίπτωση.
Πρέπει να παραμείνουμε πιστοί στα ιδανικά της Φυλής, θεματοφύλακες των αξιών που κληρονομήσαμε από το '21, να συνεχίσουμε να «φυλάγουμε Θερμοπύλες» [12] κι όχι να είμαστε «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» που «προσμένουν, ίσως, κάποιο θάμα» [13].

Κλείνω με μερικά αποσπάσματα από τον πρόλογο του Νίκου Καζαντζάκη στον "Καπετάν Μιχάλη":
«Πολλοί πού διάβασαν τον Καπετάν Μιχάλη θαρρούν πώς τέτοια παιδιά – τέτοια αντράκια, όπως λέμε στην Κρήτη – ποτέ δεν υπήρξαν, ούτε άντρες τόσο χεροδύναμοι, τόσο ψυχοδύναμοι, που ν’ αγαπούν με τόση λαχτάρα τη ζωή και ν’ αντικρίζουν με τόση περιφρόνηση το θάνατο. Πώς να πιστέψουν οι άπιστοι τι θαύματα μπορεί να γεννήσει ή πίστη; Ξεχνούν πώς ή ψυχή του ανθρώπου γίνεται παντοδύναμη, όταν συνεπαρθεί από μια μεγάλη ιδέα. Τρομάζεις όταν, ύστερα από πίκρες δοκιμασίες, καταλάβεις πως μέσα μας υπάρχει μια δύναμη που μπορεί να ξεπεράσει τη δύναμη του ανθρώπου· τρομάζεις, γιατί από τη στιγμή που θα καταλάβεις πως υπάρχει η δύναμη αυτή, δεν μπορείς πια να βρεις δικαιολογίες για τις ασήμαντες ή άναντρες πράξες σου, για τη ζωή σου τη χαμένη, ρίχνοντας το φταίξιμο στους άλλους· ξέρεις πια πως εσύ, όχι η τύχη, όχι η μοίρα, μήτε οι άνθρωποι γύρα σου, εσύ μονάχα έχεις, ό,τι κι αν κάμεις, ό,τι κι αν γίνεις, ακέραιη την ευθύνη. Και ντρέπεσαι τότε να γελάς, ντρέπεσαι να περγελάς αν μια φλεγόμενη ψυχή ζητάει το αδύνατο.
Καλά πια καταλαβαίνεις πως αυτή 'ναι ή άξια του ανθρώπου: να ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο· και να 'ναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως αν δε λιποψυχήσει, αν δεν ακούσει τι του κανοναρχάει η λογική, μα κρατάει με τα δόντια την ψυχή του κι εξακολουθεί με πίστη, με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα, που ποτέ ο αφτέρουγος κοινός νους δε θα μπορούσε να το μαντέψει: το αδύνατο γίνεται δυνατό.
Το ελληνικό Γένος αν σώθηκε ως τα σήμερα, αν επέζησε υστέρα από τόσους εχτρούς -εξωτερικούς κι εσωτερικούς, προπάντων εσωτερικούς- ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριά, σκλαβιά και πείνα, το χρωστάει όχι στη λογική -θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, θυμηθείτε το 21- το χρωστάει στο θάμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας.
Ευλογημένη η σπίθα αυτη που αψηφάει τις φρόνιμες συμβουλές της λογικής, κι όταν φτάσει το Γένος στα χείλια του γκρεμού, βάζει φωτιά σε ολόκληρη την ψυχή και φέρνει το θάμα. Στα θάματα χρωστάει η Ελλάδα τη ζωή της.
Πατρίδα, πατρίδα, αναστενάζει ο Μακρυγιάννης, ήσουνε άτυχη, από ανθρώπους να σε κυβερνήσουν! Μόνος ο Θεός... Σε κυβερνεί και σε διατηρεί ακόμη! Αλήθεια μόνο ο Θεός, μόνο η σπίθα· τη στιγμή που κιντυνεύει σε μια γωνιά της Ελλάδας να σβήσει, πετιέται σε μιαν άλλη και γίνεται πυρκαγιά.
[...]
Υπάρχει στον κόσμο τούτον ένας μυστικός νόμος -αν δεν υπήρχε, ο κόσμος θα 'ταν από χιλιάδες χρόνια χαμένος- σκληρός κι απαραβίαστος: το κακό πάντα στην αρχή θριαμβεύει και πάντα στο τέλος νικάται. Θαρρείς κι είναι απαραίτητος αγώνας πολύς κι ιδρώτας πολύς για να εξαγοράσει ο άνθρωπος το δίκιο του -κι η ελευτερία είναι το πιο ακριβαγόραστο αγαθό· δε δίνεται δωρεάν μήτε από το Θεό· πηγαίνει από χώρα σε χώρα, όπου τη φωνάξουν, από καρδιά σε καρδιά, ανύπνωτη, ανυπόταχτη, χωρίς συμβιβασμό. [...]
Η τύχη μάς έχει τους ΄Ελληνες, λέει πάλι ο Μακρυγιάννης, πάντοτε ολίγους... Παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θηρία πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε· τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Αυτή τη μαγιά τήνε λέω σπίθα. Είναι ή σπίθα που καίει αθάνατη μέσα στα σωθικά της Ελλάδας.
Αυτό 'ναι το μυστικό της Ελλάδας· σαν το παραμυθένιο πουλί καίγεται, γίνεται στάχτη, κι από τι στάχτη ξεπετιέται ανανιωμένη. Δε θα πεθάνει λοιπόν ποτέ η ράτσα ετούτη; Δεν μπορεί να την εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης μήτε καν η διχόνοια; Όχι, δεν μπορεί· σίγουρα υπάρχει μέσα της κάτι το αναπάντεχο, το ανανεούμενο, το αληθινά θεϊκό· [...].»  [14]

Χρόνια πολλά σε όλους τους Έλληνες!

Σημειώσεις:
1: Στροφές 2,3 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
2: Στροφή 19 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
3: Στροφή 4 «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
4: Ρήγα Βελεστινλή: «Θούριος, ἤτοι Ὁρμητικὸς Πατριωτικὸς Ὕμνος πρῶτος, εἰς τὸν ἦχον, MIA ΠΡΟΣΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»: Στίχοι 21-22: «Ἐλᾶτε μ΄ ἕναν ζῆλον, σὲ τοῦτον τὸν καιρόν,/ Νὰ κάμωμεν τὸν ὅρκον, ἐπάνω στὸν Σταυρόν.»
5: Στροφές 10, 11 και 12 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
6: Στροφή 15 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
7: Στροφή 31 του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»
8: Γιώργου Σεφέρη: «Δοκιμές», τόμος: Α' (1036-1947), εκδ.: Ίκαρος, σελ.: 240-241
9: «Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάνει. Ρωμιός όμως Ρωμιού, και μάτια και φρύδια και μύτες και μασέλες.» Νίκος Καζαντζάκης («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»)
10: Κατά την Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου είχε διατυπωθεί η πρόταση (και τελικά αποφασίστηκε), οι στρατιώτες να αμείβονται με 20 ρούβλια το μήνα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι ο Αγώνας αυτός ήταν υπέρ Πατρίδος και ότι εάν αυτό το μέτρο εφαρμοζόταν πολλοί φλογεροί πατριώτες αγωνιστές θα μετατρέπονταν σε φιλάργυρους συμφεροντολόγους μισθοφόρους. Κι έτσι έγινε. Ο πόλεμος δεν ήταν υπέρ Ελευθερίας, αλλά υπέρ φατρίας, κόμματος και παντός χρηματοδότη. (βλ.: Θεοδώρου Παναγοπούλου: «Όλα στο Φως», εκδ.: Ενάλιος, σελ.: 278)
11: Ο υπασπιστής του Θ.Κολοκοτρώνη Φώτιος Φωτάκος περιγράφει ως εξής στα Απομνημονεύματά του, την περίοδο δημιουργίας των πρώτων κομμάτων: «Ολίγον κατ'ολίγον [οι «Κλεφτοκαπεταναίοι»] έχασαν την επιρροήν των, ο λαός εδιαιρέθη εις πολλά κόμματα, απελπίσθη, έχασε το αίσθημα του πατριωτισμού, εισήχθη η διαφθορά και ιδίως ξένα ήθη και έθιμα, ενισχύθη η συκοφαντία, ήρχισαν να εμπορεύωνται την τιμήν του Έθνους.» (όπ.π.: σελ.: 247)
12: Κ.Π.Καβάφη: «Θερμοπύλες»: «Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των/ ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.»
13: Κώστα Βάρναλη: «Οι Μοιραίοι»: «Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,/ προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»
14: Νίκου Καζαντζάκη: «Ο Καπετάν Μιχάλης», τόμος: Α', εκδ.: Καζαντζάκη, σελ.: 25-27

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ...