Πέμπτη, 1 Μαΐου 2014

Κωστή Παλαμά: Το πανηγύρι της Κακάβας (Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου - Λόγος Ζ')






Λεύτεροι στίχοι, λεύτερα µιλείτε.
         Α. ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (Στιχουργήµατα)

Εµπρός! Θέλω για πατρίδα τον απέραντο ροδοκοκκινισµένο ορίζοντα.
Ζηλεύω εγώ κι έχω για τζάκι µου µονάκριβο
µια ταξιδεύτρα του ήλιου αχτίδα.
        Μ. GUYAU (Στίχοι ενός φιλόσοφου)


Κοντά στου Ρωµανού την Πύλη
πέφτει τ' απλόχωρο λιβάδι,
τ' ολόχλωρο, τ' ολανθισµένο,
κι από παντού το απαλοζώνουν
της άνοιξης τα περιβόλια·
και στ' Απριλιού του µήνα το έβγα
το κάστρο αγνάντια το µεγάλο
το τριδιπλοθεµελιωµένο,
κι αυτό χλωρό κι ολάνθιστο είναι·
κισσοί κι αγράµπελες και δάφνες
βραγιές τα κάνουν ώς κι αυτά
τα πολεµόχαρα µουράγια
τα πυργωτά.

Βόσκουν κοπάδια στο λιβάδι,
πρόβατ', αλόγατα, γελάδια,
και κάποτε κοπάδια ανθρώπων
µαυρολογάν εκεί και βουΐζουν,
για να χυθούν ετοιµασµένα
στα µεθοκόπια ή στα σεφέρια.

Και τώρα µπήκε ο Μάης ο µήνας,
µπήκε µε την Πρωτοµαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και νά στ' απλόχωρο λιβάδι,
στ' ολόχλωρο, στ' ολανθισµένο,
µεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κι η ρεµατιά που το χωρίζει
το ένα τ' απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ' τη µια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε µια τριγύρω νεροµάνα,
γιορτή παράξενη µεγάλη
το χρόνο µια φορά,
στο έµπα του Μάη τουµήνα,
στ' άνθια του Μάη και στη χαρά.

'Ερχονται οι γύφτοι, οι γύφτοι, οι γύφτοι!
Κι έρχονται οι γύφτοι που κρατήσαν
για µια στιγµή το πλάνεµά τους,
κι αποκουµπήσαν σε καλύβια
σκεπής εκεί έναν ίσκιο νά' βρουν,
να πουν πως είναι σπιτωµένοι,
και πως χαρήκανε τη ζέστα
γλυκοφερµένη από το τζάκι
κι από την πόρτα την κλεισµένη,
και πως χαρήκαν και το δρόσος
που ανάλαφρα φυσάει και µπαίνει
απ' τ' ανοιγµένο παραθύρι·
κι ήρθαν οι γύφτοι που ξεπέσαν
κι οι αρρίζωτοι ψευτορριζώσαν,
και συγγενέψαν µε τους ξένους,
µε τους αλλόφυλους ταιριάσαν,
κι οι ξένοι δεν τους αγαπήσαν,
τους αρνηθήκαν και οι δικοί τους,
και τους µισήσανε πιο απ' όλους,
το αίµα τους, οι άλλοι οι γύφτοι,
κι ήρθαν οι καταφρονεµένοι
κι αυτών των καταφρονεµένων.
Κι είναι οι καλύβες τους πιο έρµες
κι απ' τα ρηµάδια τα καµένα,
κι εκείνοι πιο δυστυχισµένοι,
γιατί τους διώχνει και το σπίτι,
και δεν τους θέλει ούτε κι ο δρόµος·
γιατί κι η Λευτεριά η θεότη,
πόχει τη δύναµη και κάνει
και την κακία ακόµα θεία,
τους έλειψε κι η λευτεριά,
στο µολεµένο αέρα µέσα,
στις πολιτείες και στα χωριά.
Μπάσταρδοι, ψεύτες, κλέφτες, πόρνοι·
κι είναι η κακία τους χωρίς
φωτιά κι ανάστηµα κι αέρα,
για χριστιανοί, για τούρκοι, για άθεοι,
και ζουν εδώ και ζουν εκεί,
και παραδέρνουν πάντα, γύφτοι
καθιστικοί.

Και νά και οι γύφτοι, στερνολείψανα
µιας αρχοντιάς πόχει πεθάνει·
και ξεχωρίζουν απ' τον άλλο
γυµνό κουρελιασµένονε όχλο,
κι αστράφτουνε στον ήλιο οι όψες τους,
λεπίδες καλοακονισµένες,
κι από τ' αλύγιστα κορµιά τους
κάποιες µατιές, κάποια σαλέµατα
ξέρουν ακόµα να οδηγάν,
ξέρουν ακόµα και προστάζουν.
Και τα δασά χυτάµαλλιά τους
σκιάδια πλατύγυρα τα ισκιώνουν,
κι απάνω τους αεροσαλεύουν
τούφες φτερών, και τριζολάµπουν
µαλλινοµέταξα καφτάνια,
φέρµελες φλωροκαπνισµένες·
ξέχωροι απάνω στ' άλογά τους,
κι ευγενικοί και καπετάνιοι,
και σαν ταφόπετρες φαντάζουν
τα µέτωπά τους, και θαµµένα
κάτω απ' αυτές ζωές και τύχες,
νιάτα, καιροί, µεγαλοσύνες.
Και θα µπορούσες να ξανοίξεις
µε κόπο και στα πρόσωπά τους
διαλεχτό κάτι και καθάριο,
που, πριν για πάντα να βουλιάξει
στα βάθια πέλαου οργισµένου,
σπαράζει απάνου απάνου, και είναι,
στιγµή πικρότατη στερνή,
κι είναι το σπάραγµα κι ο αγώνας
για γλυτωµό που δε θα'ρθεί.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι διαβασµένοι
κι οι σκεφτικοί κι οι βυθισµένοι
στ' αξήγητου το ξήγηµα, ήρθαν,
κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι χτυπηµένοι
από την πέτρα της µελέτης,
κι οι µαντευτάδες κι οι αστρολόγοι,
κι οι γητευτές κι οι ρουχολόγοι,
κι οι ξηγητάδες των ονείρων.
Κι αυτοί που λεν, και δεν σωπαίνουν,
τα παραµύθια τα παράξενα,
τα παραµύθια τα φερµένα
κι αυτά σα µύρα και πετράδια
µέσ'απ' τις πρώτες τους πατρίδες
τις γιγαντόπλαστες που είν' όλα
άπνιχτα, ανέγγιχτα, περίσσια.
Κι εκείνοι που διηγούνται κάποιες
µαύρες θλιµµένες ιστορίες,
κι ας τις φωτίζουν φωτοκαύτες
ήλιοι παντού σκληρά χυµένοι.
Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν
των πλανητών τα κατατόπια
κι όλα τα µυστικά των άστρων,
και που µιλάνεµε τ' αστέρια,
και που θωρώντας τα µαντεύουν
ζωές, αγάπες, µοίρες, χάρους.
Κι ήρθαν οι γύφτοι όσοι µερεύουν
τα φίδιαµε τα εφτά κεφάλια
που χίλιους θάνατους σκορπίζουν·
κι ήρθαν οι γύφτοι µε τα φίδια
που τα µερεύουν και χορεύουν
και που βραχιόλια πλέκοντάς τα
σφιχταγκαλιάζονται µε κείνα.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που διαβάζουν
µε τα σιβύλλικα τα µάτια,
τω γυναικώνε τους τα µάτια,
στα χέρια απάνου, σ' όποια χέρια,
σα σε βιβλία και σε δεφτέρια,
της Μοίρας τα κρυφά γραµµένα.
Γύφτοι σοφοί και γύφτοι µάγοι,
φτάνει να θέλανε, µπορούσαν
σε κάθε τόπο να ριζώσουν,
σε κάθε γένος να φαντάξουν,
καρδιές και γνώµες να υποτάξουν.
Δε θέλουν, τίποτε δε θέλουν,
µονάχα θέλουν να διαβαίνουν,
περήφανοι και πεισµατάρηδες,
ξένοι, γυµνοί και αφορισµένοι,
µε τα κοράκια, µε τα σύγνεφα,
και µε τους γερανούς τους περατάρηδες·
δεν είναι ανήµποροι. Είναι οι γύφτοι.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι, που τα κάµαν
σαν τη ζωή τους και τα σπίτια,
και τα θεµέλιωσαν απάνου
στ' αµάξια τους, κι αυτά κυλάνε,
και βόιδια σέρνουν τα ζεµένα,
κι απ' τους ελέφαντες κάτι έχουν
κι έχουνε κάτι απ' τα καράβια·
και καθώς πάνε και περνάνε
στενά, κακοτοπιές και ρούγες
τριζοβολάνε και βογγάνε·
και κάποτε µπροστά τα σπίτια,
και πίσω οι γύφτοι λαχανιάζουν,
και κείνα δείχνονται σα να'ναι
ιερό και µέγα κάτι τι·
σαν αϊπιτάφιοι, σαν κιβωτοί.

Νά και οι τουρκόγυφτοι, οι σκηνίτες,
η αµάλαγη, η καθάρια γέννα!
Πάντα κι από παντού διαβαίνουν,
µαύρα σπαθόφτερ' αγριοπούλια
µές στα παλάτια και µέσα στα έρµα,
κι η ασύντριφτη κρατάει ψυχή τους
άσκυφτ' ολόισο το κορµί τους,
και της ψυχής τους η αγριάδα
µέσ' απ' τα µαύρα φωτερά τους
λυσσοµανάει, κι είν' αχαµνοί
και χεροδύναµοι, απ' ατσάλι
κι από κεντρί.
Χαρά οι χιονιές, χαρά η βροχή,
και πανηγύρι το λιοπύρι·
και πιο µεγάλο πανηγύρι,
στη γυµνή γη, καθώς σε βρίσκει
γυµνόνε ο Χάρος και σε πνίγει,
κι ο θάνατος µέσα στην τέντα,
στην ανεµόδαρτη και στη σκισµένη,
καθώς χυµάει και σε µαραίνει.

Γαντζάοι, Κατσίβελλοι, Νετότσοι,
Σίντηδες, Ρόµοι, Ζαπαράδες,
κάθε όνοµα, κάθε γενιά!
Κι οι βουλγαρόγυφτοι απ' το Δούναβη,
κι οι γύφτοι απ' τη Μολδοβλαχιά,
κι από την Κύπρο κι απ' τον Καύκασο,
κι οι γύφτοι από τα Δωδεκάνησα·
κι οι µελαψοί κι οι αρκουδοτρόφοι,
κι οι ατσίγγανοιµε τις µαϊµούδες,
κι οι ζουρναχείληδες εδώ είναι
κι οι σγουροµάλληδες εδώ είναι,
κι εδώ είν' οι µπόιδες κι οι φονιάδες,
κι αυτοί που πίστη µολογάνε
κάθε λατρείας, κάθε θρησκείας,
κι είν' άπιστοι, κι είν' άθεοι, κι είναι,
ποτέ δεν είναι µε κανένα,
κι απάνου απ' όλα αδιάφοροι είναι,
και κάτου απ' όλα ξεγλιστράνε,
κι απ' όλα σέρνονται πιο κάτου.
Κι αυτοί που ζούνεµε τους λύκους
µέσα στα σπήλια και στις τρύπες,
άγριοι, µισόγυµνοι, έρµοι, πλάνοι,
κι έχουν τα χέρια τους καµάκια,
κι έχουν τα δόντια τους αρπάγια,
και θρέφονται µε κρέατα γάτων,
µε σάρκες ποντικιών και σκύλων,
κι είναι σα γύπες και σα γρύπες
κι απ' όλα ελεύτεροι, και κάποτε
κι από τα σπήλια κι απ' τις τρύπες.
Κι ήρθανε κι οι καλαθοπλέχτες,
να κι οι αλογοπραµατευτάδες·
πεταλωτήδες, ξυλοκόποι,
γύφτοι ξωµάχοι και σκαφτιάδες,
γύφτοι άνεργοι και δουλευτάδες,
κι όσοι θερίζουν το χρυσάφι,
και που ποτέ δεν το ποθήσαν,
κι όσοι αγναντεύουνε των άλλων
τα χαροκόπια και τις έγνοιες
και τα φιλιά και τις αµάχες,
και τον ιδρό του φαµελίτη
και τη ντροπή που της γυναίκας
τα δροσοµάγουλα πυρώνει,
και τον καπνό που από το τζάκι
το σπιτικό γλιστράει και φεύγει,
την αρχοντιά, τη φτώχεια και όλα·
και τίποτε δεν τους ξαφνίζει,
κι όλα σαν όνειρα τα βλέπουν,
και κάθε νύχτα στα τσαντήρια,
γυρνούν, κι ειν' ίδιοι, πάντα είν' ίδιοι.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν
το χάλκωµα και το καλάγι,
κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες,
κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους!
µε τα πανάρχαια σύνεργά τους,
µε τα διπλά τους φυσητήρια,
γύφτοι χαλκιάδες µε τα σύνεργα
τα χίλια µύρια,
ξεσκαλιστάδες της φωτιάς,
κρατώντας την πάντ' αναµµένη
και σα να παίρνουν από κείνη
πάντα όση δύναµη τους µένει.

Κι ήρθαν κι οι πλάστες οι µεγάλοι
που είναι τα έργα τους από ήχο
κι από ρυθµό κι από όνειρο είναι,
κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι λαλητάδες·
κι ήρθαν οι γύφτοι που ξεχνάνε,
κι ώς και τη γλώσσα τους ξεχνάνε,
από τη µια στην άλλη χώρα,
και την αλλάζουνε κι εκείνη
καθώς αλλάζουν τα ραβδιά τους,
περπατητάδες, από το' να
κι απ' τ' άλλο δέντρο κόβοντάς τα,
και η γλώσσα τους ποτέ δε στέκει,
µόνο κι απ' όπου κι αν περάσουν,
λόγια από κάθε λαό κλέβουν,
και στα δικά τους τα ταιριάζουν
τα ξένα λόγια, καθώς ζέβουν
τα ζα στα κάρρα τους απάνου,
που είναι µαζώµατα και κείνα
της αρπαξιάς, κι είν' απ' ολούθε.
Κι ένα µονάχα δεν αρπάζουν,
κι ένα µονάχα δεν αλλάζουν,
κι ένα ο καρπός της αµοιριάς τους,
κι ένα της άκαρδης καρδιάς τους
το πλάσµα. Πλάσµα εσύ από ήχο,
πλάσµα ρυθµού και πλάσµα ονείρου,
εσ' είσαι η γλώσσα τους η µία
κι η ασάλευτη και ηµυστική!
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι µουσικοί.

Γύφτισσες ήρθανε ντυµένες
φανταχτερά γιορτής φουστάνια,
γύφτισσες ήρθαν και κρεµάνε
χοντρά γυαλιστερά γιορντάνια,
µε κόκκινα φορέµατα ήρθαν,
µε κίτρινα µακριά µαντήλια·
ω λάγνα µάτια, ω κόρφοι, ω χείλια!
Κι ήρθαν ανθοστεφανωµένες
µ' όλα τα λούλουδα του Μάη,
κι άνθια κρατώντας και στα χέρια,
ντέλφια χτυπάνε και κουδούνια,
και κύκλους πλέκουν και χορεύουν
και τραγουδάν το Μάη το Μάη,
κι ανάµεσό τους αρχινάει,
ξεχωρισµένη από τις άλλες,
τρικυµισµένο ένα χορό,
λυγιέται, σέρνεται, πετάει,
κορίτσι δεκοχτώ χρονώ
στο µανιωµένο το χορό,
και του χορού βασίλισσα είναι,
κι άφρισµα, λάγγεµα, τρεµούλα,
η γυφτοπούλα, η µαγιοπούλα!

Κι ήρθαν οι γύφτισσες, οι γύφτισσες,
οι γύφτισσες που τραγουδάνε:
– Τώρα είν' η άνοιξη κι ο Μάης,
τώρα το καλοκαίρι, τώρα
κι ο ξένος βούλεται να πάει,
στον τόπο του να πάει, και τρέχει,
νύχτα σελλώνει τ' άλογό του,
νύχτα το καλλιγώνει, βάνει,
χρυσά τα πέταλα τα βάνει,
βάνει και τα καρφιά ασηµένια.
Καταραµένοι κι εσείς γύφτοι,
που να γυρίσετε δεν έχετε
κανένα τόπο, και πατρίδα,
γύφτοι, καµιά δεν σας προσµένει,
ο Μάης ο µήνας σάς προσµένει,
ο Μάης ο ρήγας σάς καλεί,
ελάτε, γύφτοι από τη Δύση
και γύφτοι απ' την Ανατολή,
και µ' όλα του τα περιβόλια
σας κράζει ο Μάης ξεφαντωτής
στην τρίµερη και στη  µονάκριβη
γιορτή της γύφτισσας ζωής!
Κι απ' την Κακάβα πόχει µέσα της
ανάκατα τα πολυσπόρια,
πικρό, σκληρό κι αρρωστηµένο
το έρµο πιοτό και το φαΐ,
κι έχει νερό απ' τη νεροµάνα,
µέλι εσείς βγάλτε, βγάλτε γάλα,
βγάλτε ουρανόβροχο ένα µάνα,
κι ένα παλιό γερό κρασί,
ω γύφτοι, ω µάγοι και σοφοί,
που σας δουλεύουν οι δαιµόνοι
µες στα γητέµατα, στα ξόρκια,
και µες στη Σολοµωνική.
Νύχτα σελλώστε τ' άλογά σας
και καλλιγώστε τα, και πάρτε,
τ' ασήµι απ' το φεγγάρι πάρτε,
και το χρυσάφι από τ' αστέρια,
κι ελάτε πανηγυριστάδες,
οι αταίριαστοι, έρωτες και ταίρια,
τρίµερο ανάστα να χαρείτε,
και µες στ' απλόχωρο λιβάδι
πατρίδα τρίµερη να βρείτε! –

*
Κι άξαφνα πρόβαλε την Τρίτη µέρα
σε χρυσοσέλλωτο άτι καβαλάρης
του Βασιλιά του Βυζαντίου µαντάτορας
Αποκρισάρης.
Ακρίτες κι ασικρίτες και σπαθάρηδες
τον τριγυρίζουν,
τα τούµπανα χτυπάν, τα βούκινα
σαλπίζουν.
Ξαφνισµ' απάντεχο, ερχοµός
αγύρευτος, κι απ' άκρη σ' άκρη
στου λιβαδιού τα πλάτια και τα µάκρη
τα κοπάδια καρφώνει ο βουβαµός.
Και µέσα στη σιωπή, κι από ένα πέτρινο
πατάρι
αγούγεται το βροντολάληµα
του Αποκρισάρη:
«Γύφτοι, ο Βασιλιάς προστάζει
ο θεοφύλαχτος· εµπρός!
Σώνει πιά το πλάνεµα σας,
κι ο παραδαρµός.

Σας προσµένει το µεγάλο Πενταδάχτυλο
κι οι κορφές του που λαµποκοπάνε,
και τα τρίσβαθα γκρεµά·
και του Μαλεβού τα πλάγια
τα κοκκινωπά.
Σας προσµένει η Λακοδαιµονιά
για να τη µεστώσετε που είν' άδεια·
τα τραχώνια είναι για σας και τα λαγκάδια·
του Μοριά η καρδιά
σπαρταράει για σε, και της αξίζεις,
Γυφτουριά!
Σύρ' εκεί και χτίσε το Γυφτόκαστρο,
το προστάζει ο βασιλιάς:
κι αναπάψου µες στον κόρφο µιας πατρίδας
και στον ίσκιο µιας φωλιάς.
Κι όταν σε τραβάει και του πολέµου
και του χαλασµού η ορµή,
αρµατώσου το σφυρί σου για το ρήγα σου
κι αποκάτω απο το νόµο µε το λάβαρο
αγωνίσου ηρώισσα κι εσύ.
Για να συνεπαίρνει σε σαν πρώτα
η γητεύτρα του βιολιού σου ακαµατιά
θα' χεις µες στις πικροδάφνες τον Ευρώτα
σα σε βύθη ενός ονείρου
λαγγεµένος ν' αργοπερπατά.
Και για τα καινούργια σου τα νιώτα
θα' χεις φυλακάτορα και σκέπη
το τετράψηλο βουνό, που µ' όλα του,
και τα πεύκα και τα χιόνια και τα βάραθρα,
µυριοµάτης λαµπροµέτωπος
θα σε κυβερνάει και θα σε βλέπει...»

Μα δεν πρόφτασε το λόγο ν' αποσώσει,
και το λόγο παίρνω εγώ·
κι απ' το ψήλος άλλης πέτρας
προς τ' αδέρφια µεγαλόστοµα µιλώ.

Μέσα µου ο θυµός είναι σαν όρνιο,
και σα θάλασσα είν' ο λογισµός·
δεν κρατιέται µέσα µου ένας κόσµος,
απ' των περασµένων τα όνειρα
κι από του µελλόµενου τα οράµατα
µεστός κόσµος µυστικός.

*

– Γύφτε λαέ, άκου σέ µε· το πρωτόσταλτο είµαι
σηµάδι από την πλάση που θα' ρθεί,
κι ύστερα κι από ποιούς καιρούς και χρόνια πόσα!
Ένας εγώ, και ζω για χίλιους.
Γύφτε λαέ, άκουσέ µε, δε σου µίλησε
προφήτης σου ποτέ σαν τη δική µου γλώσσα.

Ποιός είναι αυτός που πύργους χτίζει στον αέρα
µε τη φωνή του κράχτη και µοιράζει µας
βασιλικά τα κάστρα, κι άπρεπων ελπίδων
ίσκιους µπροστά στα µάτια µας σαλεύει;
Είµαστ' εµείς οι απάτριδοι κι οι αγιάτρευτοι·
γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!

Είµαστ' εµείς οι αθάνατοι απολίτιστοι·
κι οι Πολιτείες ληµέρια των ακάθαρτων,
κι οι Πολιτείες ταµπούρια των κιοτήδων·
στη στρούγγα λυσσοµάνηµα και φαγωµός
λύκων, σκυλιών, προβάτων και τσοπάνηδων.
Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!

Η µάντρα είν' ο αφίλιωτος οχτρός µας,
την πλατωσιά του κόσµου τη στενεύει,
στριγγλόχορτα φυτρώνουν και γοργόνια
βλαστοµανώντας κάτω από τον ίσκιο της·
του δολερού αναγάλλιασµα, τα µαραζώνει
τα ξεφτέρια του νου και της καρδιάς τ' αηδόνια.

Το κρίµα εκεί σκορπιός, ποτέ λιοντάρι·
και τον κακό τόνε µολεύει η µάντρα
και βρέφος ο καλός που τον ποτίζει αφιόνι·
δουλεύτε τον ξανά τον κόσµο στη φωτιά,
και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίµατα,
χτυπώντας τον, µε το σφυρί και µε τ' αµόνι.

Περάστε απάνω από τις µάντρες, τα µουλάρια σας
φτερώστε τα σαν τα σκουπόξυλα,όταν οι µάγισσες τα καβαλάνε·
ο κόσµος ακοµµάτιαστος και απέραντος·
όπου τελειώνουν οι στεριές,
τα πέλαγα αρχινάνε.

Όσα βουνά κι αν ανεβείτε,
απ' τις κορφές τους θ' αγναντεύτε άλλες κορφές
ψηλότερες, µιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα·
και στη κορφή σα φτάστε την κατάψηλη,
πάλε θα καταλάβετε πως βρίσκεστε
σαν πρώτα κάτω απ' όλα τ' άστρα.

Ο Νόµος, όταν απ' τη γνώµη του σοφού
δε δίνεται σαν κάτι τι θεόσταλτο,
στραγγουλιστής και πνίχτης είναι ο νόµος·
πνοή του νόµου που τα πάντα κυβερνά,
µέσα µας είν' εµάς ο νόµος, αητοµάτης·
Νόµος εµάς, νυχτόηµερα και πάντα, ο δρόµος.

Ποιός είσαι που µας σπρώχνεις προς το κάρφωµα
που ανάξιους θα µας έκανε να πίνουµε,
καθώς τώρα τον πίνουµε, τον ήλιο;
Η κούπα µας κρατιέται πάντα ολόγιοµη·
κι αν έχουµε πατρίδα, φτάνει αυτή ώς εκεί
που φτάνει και του ήλιου το βασίλειο.

Μες στου Εφταπόταµου φυτρώσαµε
την πλάση που όλη είν' από τέρατα,
τέρατα και το φως και το σκοτάδι,
και στέκει ανάµεσό τους ο άνθρωπος
µε τη ζωή που τον πλακώνει σα βραχνάς,
µε τη ζωή, το στοιχειωµένο το λαγκάδι.

Με τους λωτούς και µε τους κύκνους µεγαλώσαµε
µε τα ζαρκάδια τρέξαµε στους κάµπους
του χιλιοποτιστή του Γάγγη,
αγάπες πλέξαµεµε τους θεόρατους
ελέφαντες, προγόνοι µας βρεθήκανε
τα φίδια και οι ουρακοτάγκοι.

Εµείς γενιά του προύντζου και του σίδερου,
σα δουλεµένοι από το χέρι του πρωτόγυφτου
πατέρα των ανθρώπων Τυµπαλκάη·
µα τήνε πότισε τη ρίζα µας
κάποιο κρυφό φαρµάκι κι αξεδιάλυτο,
κι η κατάρα µάς πήρε σαν τον Κάη.

Εµείς δε γονατίσαµε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουµε του δυνατού,
σαν τα σκουλήκια που πατεί µας·
µα για ν' αντισταθεί µε το σπαθί,
βρέθηκε σαν πολύ στοχαστική,
και σαν πολύ ονειρόπλεχτη η ψυχή µας.

Μας ταπεινώσαν όλες οι ταπείνωσες·
µε την απόφαση την ήσυχη του ανέλπιδου
ρουφήσαµε όλους τους καηµούς κι όλους τους τρόµους,
στη χώρα που όλες οι ζωές σα φυτρωµένες,
φτερό την κάµαµε τη ρίζα µας, και φύγαµε
µακριά στα ολάνοιχτα προς τους µεγάλους δρόµους.

Με το γλίστρηµα φύγαµε των αγριόγατων,
και µε της νυχτερίδας το παράδαρµα,
και µε τη γληγοράδα της ακρίδας,
και µε την καταφρόνια την ασώπαστη
για τις φωλιές, τα σπίτια και τα κάστρα.
Γιούχα και πάλε γιούχα της πατρίδας.

Κι από την Ίντια προς το Ιράν περάσαµε,
κι η Ταυρίδα µάς είδε να τραβήξουµε
πεζοδρόµοι µε τους πραµατευτάδες,
και τα κορµιά µας αψηφήσανε δαρµούς
βουνών, στεππών και ρουµανιών και πόταµων,
χαλάζια και χαµψίνια και βορριάδες.

Στου Μισιριού τους άµµους πιό βαθιά
τ' αφήσαµε τα χνάρια µας, ξαφνίστηκε
της Αφρικής η Σφίγγα και µας βλέπει
σαν κάτι πιο δυσκολοµάντευτο απ' την όψη της·
από το Νείλο ώς τον Ευφράτη αστράψαµε
κι από τη Βεναρές ώς το Χαλέπι.

Κι από της Τραπεζούντας το καστέλι
της Μαυροθαλασσίτισσας απλώσαµε
κατά το Δούναβη, µας πήραν τα Μπαλκάνια,
στην Πόλη τα καράβια µάς αράξανε,
κι οι θρακιώτικοι κάµποι µας δεχτήκανε
πρώτα πρώτα, δαρµένα καραβάνια.

Κι αν µας έλεγες:«Γύφτοι, θα γυρίσετε
στην πρώτη σας κοιτίδα την ξεχειλιστή
απ' τη ζωή που δίχως µετρηµό διαβαίνει
και σύνορα δεν έχει, ανάκατα όλα της,
απ' τα βουνά ώς τα χόρτα, όλα γιγάντικα,
κι όλα ένα ξαφνισµα σα να τα δένει,

η πρώτη σας πατρίδα σάς προσµένει εκεί
να σας δώσει τη δόξα την απάντεχη
πόδωκε σε σοφούς και ηρώους, ω σκηνίτες,
θρονιά µαxαραγιάδων να σας στήσει,
και να σας προσκυνήσει λωτοστέφανους
µε τους πανάγιους ασκητές και τους προφήτες.»

Και τότε θα σου κράζαµε:«Δε θέλουµε,
το πανηγύρι µη χαλάς· γιορτάζουµε
το συντριµµό των αλυσίδων,
ό,τι κι αν είναι, από διαµάντια ή από σίδερα·
οι τρανοί λυτρωµένοι είµαστ' εµείς.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!»

Κι αν πέσαµε σε πέσιµο πρωτάκουστο
και σε γκρεµό κατρακυλίσαµε
που πιο βαθύ καµιά φυλή δεν είδε ώς τώρα,
είναι γιατί µε των καιρών το πλήρωµα
όµοια βαθύ έν' ανέβασµα µας µέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα.

Το γένος το µοιρόγραφτο είµαστε
που θα σκοτώσει τις πατρίδες·
του κόσµου η Μάγια, η ακριβή του Βράµα,
θα υφάνει µε τα χέρια της, χαρά
κι ανθρώπων και θεών, το έργο της,
το πιο ξαφνιστικό της θάµα.

Όλος ο κόσµος, ένας κόσµος, γύφτος,
σε δόξας θρόνο απάνω, πλάστης,
µε το σφυρί του και µε το βιολί,
της αψεγάδιαστης Ιδέας· η πλάση
σε περιβόλι του Μαγιού ένα πανηγύρι,
και µια πατρίδα η Γη.

Κι ο κόσµος θα διαλέξει κάποιον Άτλαντα
ή κάποιον Άθω να σκαλίσει απάνω του,
µεγαλοφάνταστος τεχνίτης, το άγαλµά µας·
και θ' ανατείλει στ' ουρανού τα τρίσβαθα
πρωτόφαντο άστρο ξενοχάραγο,
κι ο κόσµος θα το πει µε τ' όνοµά µας!»

*
Κι ακούσαν και τους δυό τους κράχτες,
τον πρώτο αδιάφορα τον είδαν,
και ξαφνιστήκαν απ' το δεύτερο
και κατι τι σα να αιστανθήκαν,
και τίποτε δεν καταλάβαν,
µονάχα αγώνας τους ταράζει,
σαν τον αγώνα, όταν ξυπνώντας,
να ξαναβρούµε πολεµάµε
κάποιο όνειρο µισοχαµένο
π' όλο το πιάνεις κι όλο φεύγει.
Και καθώς όταν παύει ο άνεµος
το δάσος να ταρακουνάει,
ξεσπάει το σύγνεφο, που πρόσµενε,
στο δάσος και το βροχοδέρνει,
έτσι όταν σώπασαν τ' αντίµαχα
τα λόγια τα ρητορεµένα,
τ' αποκρισάρη από τη µια
και τα δικά µου από την άλλη,
ξανάρχισε, άµυαλο, πολύβοο,
µες στο µαγιάτικο λιοπύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας,
της γυφτουριάς το πανηγύρι.


Πηγή ποιήματος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ...