Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Ελληνική εθνική κατάπτωση και καβάφεια «τείχη»


                                                    Caspar David Friedrich: The Cemetery Gate (The Churchyard) - 1826-27 (λάδι σε καμβά)


γράφει ο Βασίλης Πανδής

Το 1897 ο νεαρός (τριαντατετράχρονος) Κ.Π.Καβάφης γράφει τα περίφημα «Τείχη» [1].

«Τείχη»
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Είναι πράγματι ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του Κ.Π.Καβάφη. Μια προσωπική, πρωτοπρόσωπη εξομολόγηση του ίδιου του ποιητή για τα «τείχη» που ορθώνονται γύρω του και δημιουργούν σχεδόν αναπόδραστες καταστάσεις και ανυπέρβλητα αδιέξοδα.
Τα «τείχη» δηλαδή δεν είναι άλλα από τους πάσης φύσεως περιορισμούς (θρησκευτικούς, οικονομικούς, σεξουαλικούς, κ.λπ.) που επιβάλλουν οι κοινωνικές συμβάσεις, οι συγκυρίες κι οι συνθήκες σε όλα τα επίπεδα της καθημερινής ζωής, και οδηγούν τις περισσότερες φορές το διαφωνούντα με αυτές, σε ρήξη με τις πλατιές μάζες.
Η επώδυνη αυτή εξομολόγηση οδηγεί και σε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση του προβλήματος, δίχως ωστόσο τούτο να σημαίνει ότι προβάλλει (προς το παρόν τουλάχιστον) κάποια πιθανή σοβαρή λύση.

Μερικοί αναγνώστες σίγουρα θα ταυτίζονται με τον ποιητή, ενώνοντας τις αγωνίες και τις πίκρες τους με τις δικές του (και δεν θα είναι ούτε οι πρώτοι, ούτε και οι τελευταίοι), ενώ άλλοι όχι. Είναι τέτοιος, όμως, ο καβαφικός δυναμισμός που μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από τα στενά ατομικά πλαίσια και να πορευθούμε στο πλάι του με περισσότερο πλατιούς ορίζοντες αναζητώντας παραλληλισμούς με καταστάσεις συνολικότερες.
Συγκεκριμένα, παρακάτω θα αναλύσουμε το ποίημα με γνώμονα τη σημερινή κατάσταση της Ελλάδος· μιας χώρας που η παρακμή της και τα δυσμενή αποτελέσματα αυτής σε όλους τους τομείς είναι πια οφθαλμοφανέστατα.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Αλήθεια, δεν έχουν χτίσει όλα τα υπόλοιπα έθνη γύρω μας «τείχη» και μας κλείσαν μέσα; Και φυσικά το έκαναν «Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ», αφού δεν τους ενδιαφέρει το δικό μας εθνικό συμφέρον, αλλά το δικό τους (και καλά κάνουν ως σωστοί πατριώτες).
Και τα «τείχη» είναι πράγματι «μεγάλα κ’ υψηλά», ώστε εκείνα τα συμφέροντα (τα όλων των υπολοίπων πλην ημών) να προασπίζονται όσον καλύτερα γίνεται.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·
Μόλις ο ποιητής διαπιστώνει και καταφέρνει να αντιληφθεί πλήρως την τόσον άσχημη κατάσταση στην οποίαν έχει περιέλθει, νιώθει ασφαλώς να τον κατακλύζουν αισθήματα απελπισίας και αγανάκτησης. Όπως ακριβώς δηλαδή κι ο Λαός μας, ο οποίος είναι πια αγανακτισμένος, αφού τώρα αρχίζει να καταλαβαίνει τι παιχνίδι έχει παιχτεί πίσω από την πλάτη του όλα αυτά τα χρόνια.
Το ενδιαφέρον του μονοπωλεί η αρνητική συγκυρία στην οποία είναι εγκλωβισμένος, όπως οι αγνοί και ανιδιοτελείς πατριώτες που αυτήν την περίοδο προσπαθούν να βρουν τρόπους για να απαλλαγεί η Πατρίδα από τα βάσανα της.
Όμως ο νους του ποιητή αναστατώνεται και βασανίζεται -για την ακρίβεια «τρώγεται»- από την τρομερή σκέψη «αυτής της τύχης». Το τραχύ και άγριο ρήμα που χρησιμοποιείται αποδίδει με τα μελανότερα χρώματα, αλλά και με παραστατικότητα και ειλικρίνεια τη σοβαρότητα της κατάστασης.
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλοίμονο, αν δεν είχαμε κι έχουμε οι Έλληνες πολλά να δώσουμε ακόμα στην ανθρωπότητα! Είχαμε κι έχουμε πολλούς λογαριασμούς ανοιχτούς ακόμη... [2]
Με την πικρία αναμειγνύεται και η έπληξη κι έτσι δημιουργείται ένα φοβερό παράπονο, που εκφράζεται με μια απορία: Γιατί δεν πρόσεχα όταν αυτά τα «τείχη» χτίζονταν ολόγυρά μου; Για τον ποιητή και για το κάθε άτομο ξεχωριστά το ερώτημα δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί εδώ (τουλάχιστον χωρίς περιθώριο λάθους). Για τη χώρα μας, όμως, γίνεται.
Κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης -και ιδιαιτέρως την τελευταία εικοσαετία- ο Λαός μας επίστεψε πως η ευμάρεια υπήρχε πράγματι. Επίστεψε πως έλυσε όλα του τα προβλήματα. Παρά ταύτα έσφαλλε θανάσιμα. Την απάντηση έδωσε σε όλους μας ο Δημοσθένης μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, που απευθυνόμενος στους Αθηναίους συμπολίτες του με αφορμή μια παρόμοια κατάσταση παρακμής και κατηγορώντας τους για τη μυωπική τους συνείδηση, ετόνιζε: «Αν το θέαμα του σωρού των τροφίμων και της αφθονίας που υπάρχει στην αγορά σάς γοητεύει τόσο ώστε να πιστεύετε πως κανένας κίνδυνος δεν απειλεί την πόλη, κρίνετε με τρόπο σφαλερό κι ανάξιο για σας.» [3]
Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω
Ίσως μια -γεμάτη θλίψη και πικρά παράπονα- προσπάθεια δικαιολόγησης πριν την τελική αποδοχή.


Δυο λόγια αντί επιλόγου
Είναι πράγματι μαγικό το γεγονός ότι η καβαφική ποίηση και ποιητική είναι -για να δανειστώ ένα θραύσμα από την «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου- «άνευ ορίων, άνευ όρων», και προσφέρεται για ποικίλους παραλληλισμούς επιδεχόμενη τόσων ερμηνειών. Κι αυτό είναι άλλο ένα δείγμα της διαχρονικότητας και της μεγαλοσύνης του Κ.Π.Καβάφη.


Σημειώσεις:
[1]: Κ.Π.Καβάφη: «Τείχη»
[2]: Άλλωστε ο μέγιστος (κατά Βλάση Γαβριηλίδη: «εξoχώτερος των νέων Ελλήνων») Περικλής Γιαννόπουλος, πλέον των 100 χρόνων πριν, διατράνωνε ότι «Προορισμὸς τοῦ Ἕλληνος εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, ἦταν καὶ θὰ εἶναι ὁ ἐξανθρωπισμὸς τῆς οἰκουμένης».
[3]: Δημοσθένους: «Κατά Φιλίππου Δ'»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ...